λωτός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
| Πτώση | Ενικός | Πληθυντικός |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λωτός | λωτοί |
| Γενική | λωτού | λωτών |
| Αιτιατική | λωτό | λωτούς |
| Κλητική | λωτέ | λωτοί |
Ετυμολογία
- λωτός < άγνωστης ετυμολογίας
Προφορά
Ουσιαστικό
λωτός αρσενικό
- (βοτανική) γένος των ψυχανθών που περιλαμβάνει περίπου 100 ποώδη ή θαμνώδη πολύ διαδεδομένα φυτά, με κίτρινα (κυρίως), κόκκινα ή λευκά άνθη
- ο καρπός των παραπάνω φυτών, ο οποίος έχει σχεδόν σφαιρικό σχήμα, πορτοκαλί έως κόκκκινο χρώμα και στυφή γεύση, μόλις κοπεί από το δέντρο. Αν αφεθεί μερικές μέρες, γίνεται γλυκός και ζουμερός
- (μυθολογία) καρπός που κάνει όποιον τον φάει να περνά στο κόσμο της λησμονιάς και της ονειροπόλησης. Αναφερεται στην Οδύσσεια