λωτός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λωτός λωτοί
γενική λωτού λωτών
αιτιατική λωτό λωτούς
κλητική λωτέ λωτοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

λωτός < αρχαία ελληνική λωτός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /lɔ.ˈtɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

λωτοί

λωτός αρσενικό

  1. (βοτανική) γένος των ψυχανθών που περιλαμβάνει περίπου 100 ποώδη ή θαμνώδη πολύ διαδεδομένα φυτά, με κίτρινα (κυρίως), κόκκινα ή λευκά άνθη
  2. ο καρπός των παραπάνω φυτών, ο οποίος έχει σχεδόν σφαιρικό σχήμα, πορτοκαλί έως κόκκκινο χρώμα και στυφή γεύση, μόλις κοπεί από το δέντρο. Αν αφεθεί μερικές μέρες, γίνεται γλυκός και ζουμερός
  3. (μυθολογία) καρπός που κάνει όποιον τον φάει να περνά στο κόσμο της λησμονιάς και της ονειροπόλησης. Αναφερεται στην Οδύσσεια

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]