μπογιατζής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μπογιατζής μπογιατζήδες
γενική μπογιατζή μπογιατζήδων
αιτιατική μπογιατζή μπογιατζήδες
κλητική μπογιατζή μπογιατζήδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μπογιατζής < μπογιά + -τζής, από τουρκική boyacı

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

μπογιατζής αρσενικό

  1. βαφέας· επαγγελματίας ή εργάτης που ασχολείται με τη βαφή κτηρίων, o ελαιοχρωματιστής

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις[]