ζωγράφος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ζωγράφος ζωγράφοι
γενική ζωγράφου ζωγράφων
αιτιατική ζωγράφο ζωγράφους
κλητική ζωγράφε ζωγράφοι

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

ζωγράφος < αρχαία ελληνική ζωγράφος < ζωός + γράφω

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

ζωγράφος αρσενικό ή θηλυκό

  1. καλλιτέχνης που ζωγραφίζει, ασχολείται με τη ζωγραφική

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες