μπούφος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός | |
|---|---|---|---|
| ονομαστική | μπούφος | μπούφοι | |
| γενική | μπούφου | μπούφων | |
| αιτιατική | μπούφο | μπούφους | |
| κλητική | μπούφε | μπούφοι | |
| 2η κλητική ενικού: μπούφο | |||
[
]
Ετυμολογία
- μπούφος < μεσαιωνική ελληνική μποῦφος < ιταλική bufo
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
μπούφος αρσενικό
- (ορνιθολογία) είδος νυχτόβιου αρπακτικού πουλιού (Bubo bubo) που συγγενεύει με την κουκουβάγια. Είναι το μεγαλύτερο Ευρωπαϊκό νυχτόβιο πουλί, με ύψος που φτάνει τα 70 εκατοστά. Φωλιάζει σε τρύπες βράχων ή κουφάλες δέντρων και κυνηγάει το σούρουπο και την αυγή, θηλαστικά και πουλιά.
- (μεταφορικά) ο βλάκας, ο κουτός, ο χαζός, ο ηλίθιος