νύφη
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | νύφη | νύφες |
| γενική | νύφης | νυφών |
| αιτιατική | νύφη | νύφες |
| κλητική | νύφη | νύφες |
Ετυμολογία [
]
- νύφη < αρχαία ελληνική νύμφη
Προφορά [
]
Ουσιαστικό [
]
νύφη θηλυκό
- η γυναίκα που πρόκειται να παντρευτεί ή την ώρα του γάμου της
- η γυναίκα του γιου μου
- η γυναίκα του αδελφού μου
Εκφράσεις [
]
- σαν θέλει η νύφη κι ο γαμπρός (τύφλα νά 'χει ο πεθερός) : είναι αρκετό οι άμεσα ενδιαφερόμενοι να επιθυμούν κάτι, ώστε να πραγματοποιηθεί, παρά τις αντιρρήσεις άλλων
- τα λέω στην πεθερά για να τα ακούσει η νύφη : για τις υποδείξεις που λέγονται σε τρίτο πρόσωπο και είναι σίγουρο ότι θα τις μεταφέρει στο πρόσωπο που κατευθύνονται
[
]
Μεταφράσεις [
]
αυτη που πρόκειται να παντρευτεί
-
Μεταφράσεις που πρέπει να καταταγούν ανάλογα με την έννοιά τους:
νύφη