νύφη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική νύφη νύφες
γενική νύφης νυφών
αιτιατική νύφη νύφες
κλητική νύφη νύφες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

νύφη < αρχαία ελληνική νύμφη

Nuvola apps edu languages.png Προφορά []

ΔΦΑ : /ˈni.fi/

Open book 01.svg Ουσιαστικό []

νύφη θηλυκό

  1. η γυναίκα που πρόκειται να παντρευτεί ή την ώρα του γάμου της
  2. η γυναίκα του γιου μου
  3. η γυναίκα του αδελφού μου

Εκφράσεις []

  • σαν θέλει η νύφη κι ο γαμπρός (τύφλα νά 'χει ο πεθερός) : είναι αρκετό οι άμεσα ενδιαφερόμενοι να επιθυμούν κάτι, ώστε να πραγματοποιηθεί, παρά τις αντιρρήσεις άλλων
  • τα λέω στην πεθερά για να τα ακούσει η νύφη : για τις υποδείξεις που λέγονται σε τρίτο πρόσωπο και είναι σίγουρο ότι θα τις μεταφέρει στο πρόσωπο που κατευθύνονται

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις []

32πχ Μεταφράσεις []

Μεταφράσεις που πρέπει να καταταγούν ανάλογα με την έννοιά τους: