οὖρος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική οὖρος οὔρω οὖροι
Γενική οὔρου οὔροιν οὔρων
Δοτική οὔρ οὔροιν οὔροις
Αιτιατική οὖρον οὔρω οὔρους
Κλητική οὖρε οὔρω οὖροι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

  1. οὖρος: συγγενές του ὁράω-ὁρῶ από θέμα Fορ
  2. οὖρος: συγγενές των ὄρνυμι και αὔρα

Open book 01.svg Ουσιαστικό 1[επεξεργασία]

οὖρος αρσενικό

  1. φύλακας, φρουρός
  2. επιστάτης
  3. επίτροπος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό 2[επεξεργασία]

οὖρος αρσενικό

  1. ο ευνοϊκός άνεμος
  2. η ευκαιρία

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • ταῦτα μὲν ῥείτω κατ᾽ οὖρον : ας τα πάρει ο άνεμος, ας πάνε στην ευχή, ας τα πάρει το ποτάμι
  • οὖρός ἐστί : είναι ευκαιρία


Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • διάφορα και τα δύο προαναφερόμενο προς τη λέξη οὖρος (το οὖρος του οὔρεος) η οποία στην ιωνική σήμαινε ό,τι στην αττική το ὅρος (όρος, όριο, σύνορο). Επίσης διάφορα και τα τρία ως προς τη λέξη "οὖρος" ( επίσης αρσενικό) που σήμαινε τον άγριο ταύρο