πένθος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- πένθος < αρχαία ελληνική πένθος
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
πένθος ουδέτερο
- η οδύνη για το θάνατο αγαπημένου προσώπου
- η δημόσια και επίσημη έκφραση μεγάλης λύπης για το θάνατο κάποιου για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα
- δεν θα κάνουμε φέτος γενέθλια γιατί έχουμε πένθος
- κηρύχτηκε τριήμερο πένθος για το θάνατο του πρώην πρωθυπουργού
- το μαύρο περιβραχιόνιο που φορούν οι άντρες σε ένδειξη πένθους
[
]
[
]
Μεταφράσεις
[
]
Αρχαία ελληνικά (grc)
[
]
Ετυμολογία
[
]
Ουσιαστικό
πένθος ουδέτερο