παζάρι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική παζάρι παζάρια
γενική παζαριού παζαριών
αιτιατική παζάρι παζάρια
κλητική παζάρι παζάρια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

παζάρι < μεσαιωνική ελληνική παζάρι(ο)ν < τουρκική pazar < περσική بازار (bâzâr) < παλαιοπερσικά wʾčʾl (wāzār, αγορά)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

παζάρι ουδέτερο

  1. η υπαίθρια αγορά
  2. η διαπραγμάτευση για την τιμή ενός προϊόντος μεταξύ εμπόρου και αγοραστή
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: παζάρεμα
    στην Ανατολή σχεδόν επιβάλλονται τα παζάρια

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Εκφράσεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]