αλεπού

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αλεπού αλεπούδες
γενική αλεπούς αλεπούδων
αιτιατική αλεπού αλεπούδες
κλητική αλεπού αλεπούδες

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

αλεπού < αρχαία ελληνική ἀλώπηξ

[] Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /a.lɛ.ˈpu/
μία κόκκινη αλεπού (Vulpes vulpes)

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

αλεπού θηλυκό

  1. (ζωολογία) μικρό θηλαστικό με κοκκινωπή γούνα, που ανήκει στην οικογένεια των κυνοειδών
    μπήκε η αλεπού στο κοτέτσι και έφαγε μια κότα!
  2. (μεταφορικά) λέγεται για πονηρό άνθρωπο
    αυτός είναι πραγματική αλεπού

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις


[] Nuvola apps noatun.png Σύνθετα

[] Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα

πονηρός άνθρωπος

[] Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες