πανικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πανικός πανικοί
γενική πανικού πανικών
αιτιατική πανικό πανικούς
κλητική πανικέ πανικοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πανικός < αρχαία ελληνική πανικός, ο αναφερόμενος στον θεό Πάνα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πανικός

  1. πολύ μεγάλος φόβος που οδηγεί σε ανεξέλεγκτες αντιδράσεις
  2. (υπερβολή) η κατάσταση στην οποία κάποιος έχει πολλά πράγματα να κάνει σε πολύ λίγο χρόνο
    μέσα στον πανικό των προετοιμασιών για τον γάμο

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]