παπάρα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | παπάρα | παπάρες |
| γενική | παπάρας | (παπαρών) |
| αιτιατική | παπάρα | παπάρες |
| κλητική | παπάρα | παπάρες |
[
]
Ετυμολογία
- παπάρα < από το σλαβικό popara
[
]
Ουσιαστικό
παπάρα θηλυκό
- ψωμί που βουτάμε σε υγρό ώστε να απορροφηθεί μια ποσότητα και κατόπιν να φαγωθεί π.χ. η παπάρα στο λάδι που μένει στη σαλάτα (π.χ. στη χωριάτικη) ή στο γάλα.
- βλακεία, βλακώδης λόγος ή ενέργεια
[
]
Δείτε επίσης
[
]
Μεταφράσεις
παπάρα