λάδι
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | λάδι | λάδια |
| γενική | λαδιού | λαδιών |
| αιτιατική | λάδι | λάδια |
| κλητική | λάδι | λάδια |
[
]
Ετυμολογία
- λάδι < (ἐ)λάδιν < ἐλάδιον, υποκοριστικό του αρχαίου ἐλάα < αρχαίο ἐλαία
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
λάδι ουδέτερο
- το έλαιο που παράγεται από τη σύνθλιψη των καρπών του δέντρου της ελιάς, το ελαιόλαδο
- το ορυκτέλαιο
- πρέπει ν' αλλάξω λάδια στη μηχανή
- ο κινητήρας καίει λάδια, πρέπει να του κάνω ρεκτιφιέ
- υγρό για την επάλειψη του δέρματος
- υγρό για την επάλειψη επιφανειών
- (στη ζωγραφική) η λαδομπογιά
- (στη ζωγραφική) πίνακας που έχει ζωγραφιστεί με λαδομπογιές
[
] Εκφράσεις
- μου βγάζει το λάδι: με κουράζει πολύ, με εξουθενώνει
- ρίχνω λάδι στη φωτιά και χύνω λάδι στη φωτιά: οξύνω ακόμη περισσότερο μια ήδη τεταμένη κατάσταση, μια διαμάχη κλπ
- τρεις το λάδι, τρεις το ξίδι και τρεις το λάδι, τρεις το ξίδι κι έξι το λαδόξιδο
[
]
Συνώνυμα
[
]
[
]
Σύνθετα
[
]
Δείτε επίσης
- λάδι στη Βικιπαίδεια

[
]
Μεταφράσεις
λάδι
|