πλάστης
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- πλάστης < → Η ετυμολογία λείπει.
Ουσιαστικό [
]
πλάστης αρσενικό
- αυτός που δημιουργεί
- κυλινδρικό εργαλείο για πλάσιμο
- ο εργάτης που ασχολείται με το πλάσιμο ειδών (κυρίως) από ζύμη
Μεταφράσεις [
]
εργαλείο
εργάτης που ασχολείται με το πλάσιμο