προστάτης
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- προστάτης < αρχαία ελληνική προστάτης < προΐστημι
Ουσιαστικό
προστάτης αρσενικό
Συγγενικές λέξεις
Μεταφράσεις
Αρχαία ελληνικά (grc)
Ετυμολογία
Ουσιαστικό
προστάτης αρσενικό
- αυτός που στέκεται μπροστά από τους άλλους
- ο αρχηγός (πχ ενός κόμματος)
- ο κυβερνήτης
- ο προστάτης, αυτός που προστατεύει
- στην Αρχαία Αθήνα, κάποιος που φρόντιζε για τις νομικές υποθέσεις των μετοίκων
Συγγενικές λέξεις
Αναφορές
- Henry Liddell - Robert Scott, A Greek English Lexicon, 7th Edition, 1883, σελίδα 1321