σαπούνι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σαπούνι σαπούνια
γενική σαπουνιού σαπουνιών
αιτιατική σαπούνι σαπούνια
κλητική σαπούνι σαπούνια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

σαπούνι < ελληνιστική κοινή σαπώνιον < σάπων < λατινική sapo
μία πλάκα σαπούνι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

σαπούνι ουδέτερο

  1. οργανική ουσία που έχει την ιδιότητα αφενός μεν να διαλύεται στο νερό, αφετέρου δε να δεσμεύει τα λίπη· χρησιμοποιείται για το πλύσιμο είτε σε στερεή μορφή, σε πλάκες, είτε σε υγρή


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]