στωικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική στωικός στωική στωικό
γενική στωικού στωικής στωικού
αιτιατική στωικό στωική στωικό
κλητική στωικέ στωική στωικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική στωικοί στωικές στωικά
γενική στωικών στωικών στωικών
αιτιατική στωικούς στωικές στωικά
κλητική στωικοί στωικές στωικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

στωικός < ελληνιστική κοινή Στωικός (< στοά, διότι ο Ζήνων ο Κιτιεύς, θεμελιωτής του στωικισμού, δίδασκε στην Ποικίλη Στοά)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /stɔ.i.ˈkɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /stɔ.i.ˈci/ θηλυκό
ΔΦΑ : /stɔ.i.ˈkɔs/ ουδέτερο

Open book 01.svg Επίθετο[]

στωικός, -ή, -ό

  1. που σχετίζεται με το στωικισμό και τους στωικούς φιλοσόφους
  2. (μεταφορικά) που αντιδρά με ηρεμία, αταραξία, απάθεια και καρτερικότητα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

στωικός αρσενικό

  1. (πληθυντικός) οι στωικοί φιλόσοφοι
  2. ο οπαδός του στωικισμού

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]