σφάλμα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | σφάλμα | σφάλματα |
| γενική | σφάλματος | σφαλμάτων |
| αιτιατική | σφάλμα | σφάλματα |
| κλητική | σφάλμα | σφάλματα |
[
]
Ετυμολογία
- σφάλμα < σφάλλω
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
σφάλμα ουδέτερο
- έχω υποπέσει πολλές φορές σε σφάλματα
- η παραβίαση ενός ηθικού κανόνα
- βαρύ σφάλμα
- η διαφορά που προκύπτει ανάμεσα στην πραγματική τιμή μιας μαθηματικής πράξης και στην τιμή που προκύπτει μετά από εκτίμηση ή υπολογισμό
[
]
[
]
Σύνθετα
[
]
Συνώνυμα
[
]
Αντώνυμα
[
]
Μεταφράσεις
σφάλμα