ασφάλεια

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ασφάλεια ασφάλειες
γενική ασφάλειας ασφαλειών
αιτιατική ασφάλεια ασφάλειες
κλητική ασφάλεια ασφάλειες

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

ασφάλεια < αρχαία ελληνική ἀσφάλεια

[] Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /a.ˈsfa.li.a/

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

ασφάλεια θηλυκό, γενική: της ασφάλειας και της ασφαλείας· χωρίς πληθυντικό στις σημασίες 1-5

  1. το να νιώθει κάποιος ότι είναι κανείς ασφαλής απέναντι σε κινδύνους
    η οικογένεια μπορεί να προσφέρει το αίσθημα της ασφάλειας στα μέλη της
  2. η τήρηση της δημόσιας τάξης
    σώματα ασφαλείας
  3. (με κεφαλαίο αρχικό) η υπηρεσία της αστυνομίας που ασχολείται με τη συλλογή πληροφοριών
  4. η διατήρηση της ειρήνης
    το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ
  5. η έλλειψη σφάλματος, η βεβαιότητα
    μπορεί κανείς να συμπεράνει με σχετική ασφάλεια ότι ...
  6. ασφαλιστική εταιρεία, εταιρεία που ασφαλίζει τους πελάτες της έναντι κινδύνων, εισπράττει από αυτούς ασφάλιστρα και τους αποζημιώνει αν υποστούν κάποια βλάβη για την οποία έχουν ασφαλιστεί
  7. το ασφαλιστικό συμβόλαιο που έχει υπογράψει ένας ασφαλισμένος με την ασφαλιστική εταιρεία
  8. μηχανισμός που προστίθεται σε ένα ηλεκτρικό δίκτυο και προστατεύει από υπερβολική τάση
  9. μηχανισμός που προστατεύει μια συσκευή, ένα όπλο, μια εγκατάσταση από ατύχημα, υπερφόρτωση, τυχαία εκπυρσοκρότηση κλπ

[] Books-aj.svg aj ashton 01f.svg Πολυλεκτικοί Όροι

  • εθνική ασφάλεια (National security): αναφέρεται στην απαίτηση της επιβίωσης ενός κράτους μέσω της χρήσης πολιτικής, στρατιωτικής, διπλωματικής και οικονομικής ισχύος. Σύμφωνα όμως με τον πολιτικό επιστήμονα Χάνς Μοργκεντάου ορίζεται ως η διατήρηση της ακεραιότητας του εθνικού εδάφους και των θεσμών του κράτους.

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες