Από Βικιλεξικό
| Πτώση |
Ενικός |
Πληθυντικός |
| Ονομαστική |
ασφάλεια |
ασφάλειες |
| Γενική |
ασφάλειας |
ασφαλειών |
| Αιτιατική |
ασφάλεια |
ασφάλειες |
| Κλητική |
ασφάλεια |
ασφάλειες |
- ασφάλεια < αρχαία ελληνική ἀσφάλεια
- ΔΦΑ : /a.ˈsfa.li.a/
ασφάλεια θηλυκό, γενική: της ασφάλειας και της ασφαλείας· χωρίς πληθυντικό στις σημασίες 1-5
- το να νιώθει κάποιος ότι είναι κανείς ασφαλής απέναντι σε κινδύνους
- η οικογένεια μπορεί να προσφέρει το αίσθημα της ασφάλειας στα μέλη της
- η τήρηση της δημόσιας τάξης
- σώματα ασφαλείας
- (με κεφαλαίο αρχικό) η υπηρεσία της αστυνομίας που ασχολείται με τη συλλογή πληροφοριών
- η διατήρηση της ειρήνης
- το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ
- η έλλειψη σφάλματος, η βεβαιότητα
- μπορεί κανείς να συμπεράνει με σχετική ασφάλεια ότι ...
- ασφαλιστική εταιρεία, εταιρεία που ασφαλίζει τους πελάτες της έναντι κινδύνων, εισπράττει από αυτούς ασφάλιστρα και τους αποζημιώνει αν υποστούν κάποια βλάβη για την οποία έχουν ασφαλιστεί
- το ασφαλιστικό συμβόλαιο που έχει υπογράψει ένας ασφαλισμένος με την ασφαλιστική εταιρεία
- μηχανισμός που προστίθεται σε ένα ηλεκτρικό δίκτυο και προστατεύει από υπερβολική τάση
- μηχανισμός που προστατεύει μια συσκευή, ένα όπλο, μια εγκατάσταση από ατύχημα, υπερφόρτωση, τυχαία εκπυρσοκρότηση κλπ
Πολυλεκτικοί Όροι
- εθνική ασφάλεια (National security): αναφέρεται στην απαίτηση της επιβίωσης ενός κράτους μέσω της χρήσης πολιτικής, στρατιωτικής, διπλωματικής και οικονομικής ισχύος. Σύμφωνα όμως με τον πολιτικό επιστήμονα Χάνς Μοργκεντάου ορίζεται ως η διατήρηση της ακεραιότητας του εθνικού εδάφους και των θεσμών του κράτους.