ασφαλής
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | ||
|---|---|---|---|
| ονομαστική | ασφαλής | ασφαλής | ασφαλές |
| γενική | ασφαλούς | ασφαλούς | ασφαλούς |
| αιτιατική | ασφαλή | ασφαλή | ασφαλές |
| κλητική | ασφαλή(ς) | ασφαλής | ασφαλές |
| πτώση | πληθυντικός | ||
| ονομαστική | ασφαλείς | ασφαλείς | ασφαλή |
| γενική | ασφαλών | ασφαλών | ασφαλών |
| αιτιατική | ασφαλείς | ασφαλείς | ασφαλή |
| κλητική | ασφαλείς | ασφαλείς | ασφαλή |
[
]
Ετυμολογία
- ασφαλής < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Επίθετο
ασφαλής
- που δεν κινδυνεύει από επίθεση, ατύχημα, σφάλμα κλπ
- οι επιβάτες του άλλου αυτοκινήτου είναι όλοι σώοι και ασφαλείς
- είναι ασφαλές να πούμε ότι το χρηματιστήριο έχει ανακάμψει;
- που δεν σφάλλει, επιβεβαιωμένος, ελεγμένος
- ασφαλείς πληροφορίες μιλούν για δεκάδες νενκρούς από το σεισμό