σωλήνας
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | σωλήνας | σωλήνες |
| γενική | σωλήνα | σωλήνων |
| αιτιατική | σωλήνα | σωλήνες |
| κλητική | σωλήνα | σωλήνες |
[
]
Ετυμολογία
- σωλήνας < αρχαία ελληνική σωλήν
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /sɔ.ˈli.nas/
[
]
Ουσιαστικό
σωλήνες από μέταλλο
σωλήνας αρσενικό
- οποιοδήποτε κοίλο κυλινδρικό αντικείμενο
- κοίλο κυλινδρικό αντικείμενο κατασκευασμένο συνήθως από μέταλλο ή πλαστικό που χρησιμοποιείται κυρίως ως αγωγός για τη μεταφορά υγρών (π.χ. νερού) ή αερίων (π.χ. φυσικό αέριο) ή για την τοποθέτηση ηλεκτρικών ή τηλεφωνικών καλωδίων
- δοκιμαστικός σωλήνας: μικρής διατομής κυλινδρικό γυάλινο δοχείο που χρησιμοποιείται σε επιστημονικά εργαστήρια
[
] Εκφράσεις
- παιδί του σωλήνα : το παιδί που γεννήθηκε με εξωσωματική γονιμοποίηση