φρήν

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

φρήν < αβέβαιου ετύμου, ρίζα κοινή με τα φρενόω, φρονέω, φροντίς, σώφρων

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

φρήν, φρενός θηλυκό

  1. λέξη που απαντά πολύ συχνά και στον πληθυντικό (φρένες) και σήμαινε αρχικά το διάφραγμα, την περιοχή του σώματος γύρω από την καρδιά και γύρω από το ήπαρ, την καρδιά αυτή καθαυτή
    • Τοῦτο δὲ τὸ διάζωμα καλοῦσί τινες φρένας, ὃ διορίζει τόν τε πλεύμονα καὶ τὴν καρδίαν' (Αριστοτέλης)
    • ἔρως φρένας ἀμφεκάλυψε
  2. ο νους, το μυαλό, η φαντασία
    • ἀνὴρ φρένας ἀφνειός  : άνδρας πλούσιος κατά φαντασία, μόνο μέσα στο μυαλό του (Ησίοδος)
    • φρενῶν' ἀφεστάναι, φρενῶν ἐκστῆναι, τὰς φρένας ἐκβάλλειν, φρενῶν οὐκ ἔνδον ὤν, φρενῶν κεκομμένος (παραφρονημένος)
    • ἐπὶ μὰν βαίνει τε καὶ λάθας ἀτέκμαρτα νέφος, καὶ παρέλκει πραγμάτων ὀρθὰν ὁδὸν ἔξω φρενῶν  : ενα σύννεφο λήθης κατεβαίνει απρόσμενα και βγάζει έξω από το μυαλό το σωστό δρόμο (Πίνδαρος, Ολυμπιόνικοι, 7.47)
    • ἔσω φρενῶν λέγουσα, πείθω νιν λόγῳΚλυταιμνήστρα για την Κασσάνδρα) : μιλώντας στην καρδιά της, στο μυαλό της, στο πλαίσιο που κατανοεί, θα την πείσω με τα λόγια

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Εκφράσεις[]

  • ζῶν καὶ φρενῶν αλλά και ζῶν καὶ φρονῶν: συνήθης έκφραση σε επιγράμματα, ίσως σήμαινε ό,τι και στη νεοελληνική στις διαθήκες, δηλαδή πως κάποιος έκανε (ό,τι αναφέρεται στο επίγραμμα) ζώντας και έχοντας σώας τας φρένας. Αλλού φαίνεται δηλωτικό της ζωής, ότι το έκανε ο ίδιος εν ζωή και όχι κάποιοι κληρονόμοι του. Επίσης σε άλλα κείμενα δήλωνε απλά το ζω και διαβιώ και αποτελούσε μάλλον μια λόγια, κομψή έκφραση της αρχαιότητας για τη διαβίωση
  • ἐκ φρενὸς λόγος/ο,τιδήποτε : ο ειλικρινής, από καρδιάς, αυτό που κάνει κάποιος με την ψυχή του, με όλη του την καρδιά, που το εννοεί από τα βάθη της καρδιάς του
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : φρένες