φυλαχτό

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φυλαχτό φυλαχτά
γενική φυλαχτού φυλαχτών
αιτιατική φυλαχτό φυλαχτά
κλητική φυλαχτό φυλαχτά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

φυλαχτό < αρχαία ελληνική φυλακτόν < το ουδέτερο του επιθέτου φυλακτός (άξιος να φυλαχτεί)

Open book 01.svg Ουσιαστικό []

φυλαχτό ουδέτερο

  • αντικείμενο που οι άνθρωποι φέρουν ή διατηρούν σε κάποιο χώρο, πιστεύοντας ότι αυτό τους προστατεύει και τους προφυλάσσει από κινδύνους

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις []

32πχ Μεταφράσεις []