φυσαλίδα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φυσαλίδα φυσαλίδες
γενική φυσαλίδας φυσαλίδων
αιτιατική φυσαλίδα φυσαλίδες
κλητική φυσαλίδα φυσαλίδες

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

φυσαλίδα < φυσσαλίς < φυσάω
ΔΦΑ : /fi.sa.ˈli.ða/

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

φυσαλίδα θηλυκό

  1. φούσκα, μπουρμπουλήθρα ή μικρή σφαίρα από αέρα ή άλλο υλικό (π.χ. στο δέρμα μπορεί να περιέχει πύον)

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες