φυσαλίδα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φυσαλίδα φυσαλίδες
γενική φυσαλίδας φυσαλίδων
αιτιατική φυσαλίδα φυσαλίδες
κλητική φυσαλίδα φυσαλίδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

φυσαλίδα < φυσσαλίς < φυσάω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /fi.sa.ˈli.ða/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

φυσαλίδα θηλυκό

  1. φούσκα, μπουρμπουλήθρα ή μικρή σφαίρα από αέρα ή άλλο υλικό (π.χ. στο δέρμα μπορεί να περιέχει πύον)

32πχ Μεταφράσεις[]