φούσκα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φούσκα φούσκες
γενική φούσκας φουσκών
αιτιατική φούσκα φούσκες
κλητική φούσκα φούσκες
Η γενική πληθυντικού είναι μάλλον σπάνια και
μπορεί να θεωρηθεί αδόκιμη
γυναίκα που κάνει φούσκα με μια τσίχλα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φούσκα < φοῦσκα < αρχαία ελληνική φύσκη

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φούσκα θηλυκό

  1. ποσότητα αέρα που περικλείεται από ένα πολύ λεπτό μεμβρανώδες υλικό, κύστη, μπαλόνι, φουσκάλα
    μασούσε τσίχλα κι έσκαγε φούσκες
  2. οικονομικό μέγεθος (πχ η τιμή μιας μετοχής) που έχει διογκωθεί τεχνητά
  3. (οικείο) η ουροδόχος κύστη
    πάει να σκάσει η φούσκα μου (πρέπει επειγόντως να ουρήσω)

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]