φούσκα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φούσκα φούσκες
γενική φούσκας φουσκών
αιτιατική φούσκα φούσκες
κλητική φούσκα φούσκες
Η γενική πληθυντικού είναι μάλλον σπάνια και
μπορεί να θεωρηθεί αδόκιμη
γυναίκα που κάνει φούσκα με μια τσίχλα

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

φούσκα < φοῦσκα < αρχαία ελληνική φύσκη

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

φούσκα θηλυκό

  1. ποσότητα αέρα που περικλείεται από ένα πολύ λεπτό μεμβρανώδες υλικό, κύστη, μπαλόνι, φουσκάλα
    μασούσε τσίχλα κι έσκαγε φούσκες
  2. οικονομικό μέγεθος (πχ η τιμή μιας μετοχής) που έχει διογκωθεί τεχνητά
  3. (οικείο) η ουροδόχος κύστη
    πάει να σκάσει η φούσκα μου (πρέπει επειγόντως να ουρήσω)

[] Nuvola apps noatun.png Σύνθετα

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες