φούσκα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός | |
|---|---|---|---|
| ονομαστική | φούσκα | φούσκες | |
| γενική | φούσκας | φουσκών | |
| αιτιατική | φούσκα | φούσκες | |
| κλητική | φούσκα | φούσκες | |
| Η γενική πληθυντικού είναι μάλλον σπάνια και μπορεί να θεωρηθεί αδόκιμη |
|||
[
]
Ετυμολογία
- φούσκα < φοῦσκα < αρχαία ελληνική φύσκη
[
]
Ουσιαστικό
φούσκα θηλυκό
- ποσότητα αέρα που περικλείεται από ένα πολύ λεπτό μεμβρανώδες υλικό, κύστη, μπαλόνι, φουσκάλα
- μασούσε τσίχλα κι έσκαγε φούσκες
- οικονομικό μέγεθος (πχ η τιμή μιας μετοχής) που έχει διογκωθεί τεχνητά
- (οικείο) η ουροδόχος κύστη
- πάει να σκάσει η φούσκα μου (πρέπει επειγόντως να ουρήσω)