χαλάζι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χαλάζι χαλάζια
γενική χαλαζιού χαλαζιών
αιτιατική χαλάζι χαλάζια
κλητική χαλάζι χαλάζια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

χαλάζι < μεσαιωνική ελληνική χαλάζιν < χαλάζιον < αρχαία ελληνική χάλαζα + κατάληξη υποκοριστικού -ιον

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

χαλάζι ουδέτερο

  1. μορφή υετού από σφαιρικά συνήθως κομμάτια πάγου διαφόρων μεγεθών
    είν' τα χιόνια σας πολλά και τα χαλάζια λίγα (δημοτικό)
  2. το καθένα από τα σφαιρικά αυτά κομμάτια πάγου
    το χαλάζι ήταν στο μέγεθος της φακής
  3. η χαλαζόπτωση
  4. (μεταφορικά) οτιδήποτε υλικό ή άυλο επιπίπτει με μεγάλη ορμή
    οι πέτρες έπεφταν χαλάζι

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις[]