πάγος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πάγος πάγοι
γενική πάγου πάγων
αιτιατική πάγο πάγους
κλητική πάγε πάγοι

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

πάγος < αρχαία ελληνική πάγος < θέμα πᾱγ- του ρήματος πήγνυμι

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

Kομμάτι πάγου

πάγος αρσενικό

η κατάψυξη του ψυγείου έχει μαζέψει πολύ πάγο
καλλιτεχνικό πατινάζ πάνω στον πάγο
  • μια μικρή ή μεγάλη μάζα πάγου
πίνει το ποτό του με πάγο
  • οτιδήποτε γίνεται αισθητό ως πολύ παγωμένο
η θάλασσα είναι πάγος
οι οδηγοί να είναι προσεκτικοί, διότι το πρωί θα έχει πάγο στους δρόμους

[] Εκφράσεις

  • βάζω στον πάγο: αφήνω κάποιον σε αχρηστία, διακόπτω τη δραστηριότητα
  • σπάω τον πάγο: διαλύω την αρχική αμηχανία

[] Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

[] Nuvola apps noatun.png Σύνθετα

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες