χασάπης
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | χασάπης | χασάπηδες |
| γενική | χασάπη | χασάπηδων |
| αιτιατική | χασάπη | χασάπηδες |
| κλητική | χασάπη | χασάπηδες |
[
]
Ετυμολογία
[
]
Ουσιαστικό
χασάπης αρσενικό
- ο κρεοπώλης
- (μεταφορικά) ο σφαγιαστής ανθρώπων
- (μεταφορικά) ο κακός γιατρός, ιδίως ο χειρουργός που ευθύνεται για θανάτους ασθενών
- (μεταφορικά) ο μηχανικός προβολής κινηματογραφικών ταινιών που έχει κόψει σημαντικά τμήματα από μια ταινία ή δεν καδράρει σωστά με αποτέλεσμα να χάνεται ένα μέρος του πλάνου, ιδίως αυτό που περιέχει τους υπότιτλους
- Χασάπη, γράμματα!