γιατρός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γιατρός γιατροί
γενική γιατρού γιατρών
αιτιατική γιατρό γιατρούς
κλητική γιατρέ γιατροί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γιατρός < αρχαία ελληνική ἰατρός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γιατρός αρσενικό ή θηλυκό

  1. αυτός που έχει το δικαίωμα να ασκεί την ιατρική αφού αποκτήσει ένα δίπλωμα που αντιστοιχεί σε ανάλογες σπουδές
  2. (αργκό) ο "αξιοπρεπής" πελάτης χαρτοπαιχτικής λέσχης (στη γλώσσα των κακοποιών)

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]