Από Βικιλεξικό
| Πτώση |
Ενικός |
Πληθυντικός |
| Ονομαστική |
γιατρός |
γιατροί |
| Γενική |
γιατρού |
γιατρών |
| Αιτιατική |
γιατρό |
γιατρούς |
| Κλητική |
γιατρέ |
γιατροί |
- γιατρός < → Η ετυμολογία λείπει. (Προσθέστε την!)
γιατρός αρσενικό ή θηλυκό
- Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης. (Προσθέστε τον/τους!)
|
|
|
- λατινικά : medicus (la) α, medica θ
- ολλανδικά : dokter (nl) , arts
- πολωνικά : lekarz (pl) α, lekarka θ, doktor
- πορτογαλικά : médico (pt) α, médica θ, doutor α, doutora θ
- ρουμανικά : medic (ro) , doctor
- ρωσικά : доктор (ru) , врач
- σερβικά : доктор (sr)
- σλοβενικά : zdravnik (sl) α, zdravnica θ, doktor α, doktorica θ
- σουηδικά : doktor (sv) , läkare
- φινλανδικά : lääkäri (fi) , tohtori, parantaja
|