χαφιές
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | χαφιές | χαφιέδες |
| γενική | χαφιέ | χαφιέδων |
| αιτιατική | χαφιέ | χαφιέδες |
| κλητική | χαφιέ | χαφιέδες |
[
]
Ετυμολογία
- χαφιές < τουρκική hafiye < αραβική خفي χafīyat
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
χαφιές αρσενικό
- (απαξιωτικό) αστυνομικός ή άτομο συνεργαζόμενο με την αστυνομία που αναλάμβανε να διεισδύσει σε πολιτικές ή συνδικαλιστικές οργανώσεις με στόχο τη συλλογή πληροφοριών και τελικό σκοπό να τις διαλύσει ή να τις διαβρώσει
- (γενικότερα) ο πληροφοριοδότης, ο καταδότης