χαφιές

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χαφιές χαφιέδες
γενική χαφιέ χαφιέδων
αιτιατική χαφιέ χαφιέδες
κλητική χαφιέ χαφιέδες

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

χαφιές < τουρκική hafiye < αραβική خفي χafīyat

[] Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /xa.ˈfçɛs/

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

χαφιές αρσενικό

  • (απαξιωτικό) αστυνομικός ή άτομο συνεργαζόμενο με την αστυνομία που αναλάμβανε να διεισδύσει σε πολιτικές ή συνδικαλιστικές οργανώσεις με στόχο τη συλλογή πληροφοριών και τελικό σκοπό να τις διαλύσει ή να τις διαβρώσει
  • (γενικότερα) ο πληροφοριοδότης, ο καταδότης

[] Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα


[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις


Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη