χολέρα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

χολέρα < αρχαία ελληνική χολέρα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

χολέρα

  1. (ιατρική): λοιμώδης, επιδημική, συχνά θανατηφόρα ασθένεια, που χαρακτηρίζεται από συνεχείς κενώσεις και εμετούς.

32πχ Μεταφράσεις[]