χολέρα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χολέρα χολέρες
γενική χολέρας χολερών
αιτιατική χολέρα χολέρες
κλητική χολέρα χολέρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χολέρα < αρχαία ελληνική χολέρα < χολή ή χολάς

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χολέρα

  1. (ιατρική): λοιμώδης, επιδημική, συχνά θανατηφόρα ασθένεια, που χαρακτηρίζεται από συνεχείς κενώσεις και εμετούς.

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική χολέρα χολέρα χολέραι
Γενική χολέρας χολέραιν χολερῶν
Δοτική χολέρ χολέραιν χολέραις
Αιτιατική χολέραν χολέρα χολέρας
Κλητική χολέρα χολέρα χολέραι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χολέρα θηλυκό < χολή ή χολάς

  1. η χολέρα, βαρύ νόσημα με εμετούς και διάρροια
  2. ναυτία