ἦθος
Από Βικιλεξικό
[
]
Αρχαία ελληνικά (grc)
[
]
Ουσιαστικό
ἦθος ουδέτερο
- το συνηθισμένο μέρος, το λημέρι
- το έθιμο, οι τρόποι
- ο χαρακτήρας, οι τρόποι, η διάθεση
- η εξωτερική μορφή
- ένα δραματικό πρόσωπο