λημέρι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λημέρι λημέρια
γενική λημεριού λημεριών
αιτιατική λημέρι λημέρια
κλητική λημέρι λημέρια

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

λημέρι < όλος + ημέρα

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

λημέρι ουδέτερο

  1. ορεινή τοποθεσία όπου ζούσαν οι κλέφτες επί Τουρκοκρατίας, κρησφύγετο
  2. το μέρος όπου συχνάζει κάποιος, το στέκι
    γύρισε στην πατρίδα μετά από χρόνια και έκανε μια γύρα στα παλιά του λημέρια

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις


Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη