Dorf
Από Βικιλεξικό
Γερμανικά (de) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | das Dorf | die Dörfer |
| γενική | des Dorfes | der Dörfer |
| δοτική | dem Dorf(e) | den Dörfern |
| αιτιατική | das Dorf | die Dörfer |
Ουσιαστικό [
]
Dorf (de) ουδέτερο