or

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) []

Open book 01.svg Σύνδεσμος[]

or (en)



Flag of the Basque Country.svg Βασκικά (eu) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

or (eu)



Flag of France.svg Γαλλικά (fr) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

  1. or (oυσιαστικό) < λατινική aurum
  2. or (σύνδεσμος) < αρχαία γαλλική, ore («τώρα») < λατινική hāc hōrā, «αυτήν την ώρα». Χρησιμοποιείται ως σύνδεσμος από τον 12ο αιώνα.

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ɔʁ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ενικός πληθυντικός
or ors

or (fr) αρσενικό

  1. ο χρυσός
  2. (μεταφορικά) ο πλούτος, ο « χρυσός »
    l'or blanc - το χιόνι για τις χιονοδρομικές εγκαταστάσεις
    l'or noir - ο μαύρος χρυσός (το πετρέλαιο)
    l'or rouge - η ηλιακή ενέργεια
    l'or vert - ο πλούτος που προέρχεται από τη γεωργία ή από την πώληση καλλιεργήσιμων εδαφών
  3. (εραλδική) ένα από τα δύο εραλδικά χρώματα που παριστάνεται συμβατικά με τελείες

Open book 01.svg Σύνδεσμος[]

or (fr)

  1. και όμως, ε λοιπόν