Μετάβαση στο περιεχόμενο

Αγγλίδα

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης : αγγλίδα

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η Αγγλίδα οι Αγγλίδες
      γενική της Αγγλίδας των Αγγλίδων
    αιτιατική την Αγγλίδα τις Αγγλίδες
     κλητική Αγγλίδα Αγγλίδες
Κατηγορία όπως «ελπίδα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Αγγλίδα < Άγγλ(ος) + -ίδα

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /aŋˈgli.ða/
τυπογραφικός συλλαβισμός : Αγ‐γλί‐δα

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Αγγλίδα θηλυκό

  • (εθνικό όνομα) θηλυκό του Άγγλος
    ※  Σε διαφήμιση για γνωστή μάρκα καφέ ο σύγχρονος νεοέλληνας που φλερτάρει μέσω Διαδικτύου με «αφελή» Αγγλίδα τη διορθώνει με ύφος επιτιμητικό: «Ποια Ελγίνεια (κοριτσάκι μου); Τα Μάρμαρα είναι του Παρθενώνα!».
    Χριστίνα Κουλούρη, Αυτός ο καφές είναι δικός μας, Το Βήμα, 24 Νοεμβρίου 2008

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]