Αγχεσμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: Ἀγχεσμός

Νέα ελληνικά (el)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική ο Αγχεσμός
      γενική του Αγχεσμού
    αιτιατική τον Αγχεσμό
     κλητική Αγχεσμέ
Κατηγορία όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Αγχεσμός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική Ἀγχεσμός

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /aŋ.çeˈzmos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: Αγ‐χε‐σμός

Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Αγχεσμός αρσενικό, μόνο στον ενικό

  • σειρά λόφων στην Αθήνα
    ※ ἡ μὲν ἀπόδοσις του ὀνόματος Ἀγχεσμὸς σ’ ὁλόκληρο τὸ συγκρότημα τῶν λόφων ποὺ ὑψώνονται στὸν χῶρο τοῦ λεκανοπεδίου τῶν Ἀθηνῶν, μεταξὺ τῶν ὁδῶν Πατησίων, Ἀκαδημίας καὶ Κηφισιᾶς, ἕως τὴν Καλογρέζα, ἦταν πολὺ ὀρθή. (Κώστας Μπίρης, Αγχεσμός-Λυκαβηττός-Βριληττός, στο περιοδικό Νέα Εστία τχ. 758 (1 Φεβρουαρίου 1959), τόμ. 65, σελ. 190)

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]