Μετάβαση στο περιεχόμενο

Βαρκά

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: βάρκα

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία 1

[επεξεργασία]
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική τα Βαρκά
      γενική των Βαρκών
    αιτιατική τα Βαρκά
     κλητική Βαρκά
Κατηγορία όπως «βουνό» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Βαρκά < πληθυντικός αριθμός του βαρκό Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /vaɾˈka/
τυπογραφικός συλλαβισμός: Βαρκά
τονικό παρώνυμο: βάρκα
παρώνυμο: Βρακά

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Βαρκά ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Ετυμολογία 2

[επεξεργασία]
Βαρκά < γενική ενικού του ανδρικού Βαρκάς

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Βαρκά θηλυκό (αρσενικό Βαρκάς)

Μεταγραφές

[επεξεργασία]