Εκδυσόζωα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓      πληθυντικός  
ονομαστική τα Εκδυσόζωα
      γενική των Εκδυσόζωων
    αιτιατική τα Εκδυσόζωα
     κλητική Εκδυσόζωα
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Εκδυσόζωα < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική Ecdysozoa < αρχαία ελληνική ἔκδυσις (< ἐκδύω < δύω) + ζῷον

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Εκδυσόζωα ουδέτερο στον πληθυντικό

Μεταφράσεις[επεξεργασία]