Μετάβαση στο περιεχόμενο

Ζεύς

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Ζευς

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
ουσιαστικά μεταπλαστά
 πτώσεις       ενικός         ενικός     πληθυντικός  
Ζεύς μεταπλαστό *Ζήν / Ζῆν
ονομαστική Ζεύς Ζῆν οἱ Δίες Ζῆνες
      γενική τοῦ Δι(ϝ)ός Ζηνός τῶν Διῶν
      δοτική τῷ Δι(ϝ)ῐ́ Ζηνῐ́ τοῖς Δισῐ́(ν)
    αιτιατική τὸν Δί Ζῆν τοὺς Δίᾰς
     κλητική ! Ζεῦ Δίες
ανώμαλη κλίση, Κατηγορία 'μεταπλαστά' όπως «Ζεύς» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Ζεύς < Ζηύς, με βράχυνση του η προ διχρόνου και συμφώνου ς < πρωτοελληνική *Dzḗus < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *dyḗws. Συγγενή: μυκηναϊκή 𐀇𐀺 (diwos), σανσκριτική द्यु (dyú), λατινική Iovis, το *Iu- στο Iuppiter (όπως Ζεῦ πάτερ), χεττιτική 𒅆𒍑 (šiuš).[1][2]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /zděu̯s/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
τυπογραφικός συλλαβισμός: Ζεύς

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Ζεύς, Ζηνός/Δι(ϝ)ός αρσενικό

  1. (ελληνική μυθολογία, θεωνύμιο) ο Δίας, πατέρας ανθρώπων και θεών, κύριος του Δωδεκάθεου
      4ος πκε αιώνας Ἀριστοτέλης Φυσικῆς Ἀκροάσεως, 198b
    ἀλλ' ὥσπερ ὕει Ζεὺς οὐχ ὅπως τὸν σῖτον αὐξήσῃ, ἀλλ' ἐξ ἀνάγκης
    Ο Δίας, για παράδειγμα, δεν φέρνει βροχή για να αναπτυχθεί και να τραφεί το σιτάρι· αλλά βρέχει λόγω μιας αναπόφευκτης ανάγκης (Μετάφραση: Barthélémy Saint-Hilaire και Βικιλεξικό)
      5ος/4ος πκε αιώνας Ἀριστοφάνης, Λυσιστράτη, στίχ. 90
    -Λαμπιτῶ
    χαΐα ναὶ τὼ σιώ,
    Κορινθία δ᾽ αὖ.
    -Καλονίκη
    χαΐα νὴ τὸν Δία
    δήλη ᾽στὶν οὖσα ταυταγὶ τἀντευθενί.
    -ΛΑΜΠΙΤΩ
    Μα το Δία
    είνε μια κόρη ώμορφη από την Κορινθία.
    -ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
    Σαν είν’ από την Κόρινθο, θα’ νε πολύ καλή, (ΣτΜ: μα το Δία)
    και μάλιστα μου φαίνεται και λίγο παρδαλή.
    Πολύβιος Δημητρακόπουλος (1864-1922), Λυσιστράτη (μετάφραση Δημητρακόπουλου)
    ΣτΜ: η Λαμπιτώ είναι από τη Σπάρτη και ο Αριστοφάνης την βάζει να επικαλείται τον Δία, ως τὼ σιώ.
  2. (για κολακεία) προσωνύμιο Συριακών βασιλέων όπως του Ξέρξη ή των ρωμαϊκών αυτοκρατόρων
  3. (στους Πυθαγορείους) η μονάδα
  4. (σε αναφορά άλλων θεών-βασιλέων) Άμμων, Βάαλ, Ωρομάσδης κ.ά.

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Υπερώνυμα

[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

θέμα Διο- Αρχαίες ελληνικές λέξεις με πρόθημα διο- στο Βικιλεξικό, Διο- όπως ενδεικτικά:

θέμα Ζην-

θέματα Διϝει- (στην κυπριακή διάλεκτο), Διει- ή Διι-

Απόγονοι

[επεξεργασία]

Ζεύς (αρχαία ελληνικά)

παλαιά αρμενικά: Զեւս (Ζεϝς)
αρμενικά: Զես (Ζεϝς)
κλασικά συριακά: ܙܘܣ (ζεϝς)
κοπτικά: ⲍⲉⲩⲥ
αγγλικά: Zeus
γεωργιανά: ზევსი
νέα ελληνικά: Ζευς, Δίας
λατινικά: Zeus (Zeüsŭ)
παλαιά εκκλησιαστικά σλαβονικά: Ꙁеѵсъ
ρωσικά: Зевс
μεσσαπική: 𐌆𐌉𐌑 (ζις)

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Πάπυρος–Λαρούς–Μπριτάννικα: Λεξικό της ελληνικής γλώσσας, αρχαίας - μεσαιωνικής - νέας, ερμηνευτικό - ετυμολογικό. Αθήνα: Πάπυρος, 19811994, έκδοση: 2013.
  2. Ζεύς σελ. 498 -  Beekes, Robert S. P. (2010) στο Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. Τόμοι 12.