Μετάβαση στο περιεχόμενο

Κάστρο

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: καστρί, Καστρί, κάστρο

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈka.stɾo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: Κάστρο

Ετυμολογία 1

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το Κάστρο τα Κάστρα
      γενική του Κάστρου των Κάστρων
    αιτιατική το Κάστρο τα Κάστρα
     κλητική Κάστρο Κάστρα
Συνήθως στον ενικό
Κατηγορία όπως «πεύκο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κάστρο < Κάστρον (καθαρεύουσα, παλαιότερη ονομασία) < κάστρο

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Κάστρο ουδέτερο

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Ετυμολογία 2

[επεξεργασία]
Κάστρο < (άμεσο δάνειο) ισπανική Castro

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Κάστρο αρσενικό ή θηλυκό άκλιτο

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]