Μετάβαση στο περιεχόμενο

Σεβαστός

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: σεβαστός

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο Σεβαστός οι Σεβαστοί
      γενική του Σεβαστού των Σεβαστών
    αιτιατική τον Σεβαστό τους Σεβαστούς
     κλητική Σεβαστέ Σεβαστοί
Κατηγορία όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Σεβαστός < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική Σεβαστός < ελληνιστική κοινή Σεβαστός  δείτε και τη λέξη σεβαστός

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /se.vaˈstos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: Σεβαστός

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Σεβαστός αρσενικό

  1. ανδρικό όνομα (θηλυκό Σεβαστή)
  2. ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Σεβαστού)

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταγραφές

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Σεβαστός < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή Σεβαστός (τίτλος αυτοκράτορα, καίσαρα) < λατινική Augustus

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Σεβαστός αρσενικό

  1. ανδρικό όνομα (θηλυκό Σεβαστή)
  2. τίτλος αυτοκράτορα (θηλυκό Σεβαστή)
  3. ανδρικό επώνυμο

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

 και δείτε τη λέξη σεβαστός



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση)
δεν μαρτυρείται δυϊκός αριθμός
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική Σεβαστός οἱ Σεβαστοί
      γενική τοῦ Σεβαστοῦ τῶν Σεβαστῶν
      δοτική τῷ Σεβαστ τοῖς Σεβαστοῖς
    αιτιατική τὸν Σεβαστόν τοὺς Σεβαστούς
     κλητική ! Σεβαστέ Σεβαστοί
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  Σεβαστώ
γεν-δοτ τοῖν  Σεβαστοῖν
2η κλίση, Κατηγορία 'ναός' όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Σεβαστός (ελληνιστική κοινή) < μεταφραστικό δάνειο από τη λατινική Augustus (τίτλος αυτοκράτορα, καίσαρα)