έκφυση

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική έκφυση εκφύσεις
γενική έκφυσης
& εκφύσεως
εκφύσεων
αιτιατική έκφυση εκφύσεις
κλητική έκφυση εκφύσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

έκφυση < αρχαία ελληνική ἔκφυσις < ἐκ + φύω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈɛk.fi.si/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

έκφυση θηλυκό

  1. το να εκφύεται κάτι
  2. αυτό που εκφύεται
    • τμήμα οστού που προεξέχει από το κύριο σώμα του

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]