αβερτοσύνη

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αβερτοσύνη < αβέρτος + -οσύνη

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αβερτοσύνη θηλυκό

  1. η απλοχεριά, η γενναιοδωρία
  2. η απλοχωριά, η άνεση να κινηθείς σε έναν ανοιχτό χώρο (ή χωρίς χρονικούς περιορισμούς)
    H Σύρα η Kάτω, η Eρμούπολις, ήταν πιο ωραία από την Aπάνω διότι είχε πιο αβέρτα, πιο αβερτοσύνη (από τη βιογραφία του Μάρκου Βαμβακάρη)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]