αγγειοσκόπιο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αγγειοσκόπιο αγγειοσκόπια
γενική αγγειοσκοπίου αγγειοσκοπίων
αιτιατική αγγειοσκόπιο αγγειοσκόπια
κλητική αγγειοσκόπιο αγγειοσκόπια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγγειοσκόπιο < αγγείο + -σκόπιο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αγγειοσκόπιο ουδέτερο

  1. (ιατρική): ειδική συσκευή - μικροσκόπιο με το οποίο επιχειρείται η αγγειοσκόπηση

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]