Μετάβαση στο περιεχόμενο

αγωγέας

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο/η αγωγέας οι αγωγείς
      γενική του
του/της
αγωγέα
αγωγέως
των αγωγέων
    αιτιατική τον/την αγωγέα τους/τις αγωγείς
     κλητική αγωγέα αγωγείς
Ο πρώτος τύπος της γενικής ενικού, μόνο για το αρσενικό.
Ο δεύτερος τύπος, και για τα δύο γένη, είναι λόγιος.
Κατηγορία όπως «συγγραφέας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αγωγέας < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀγωγεύς + -έας.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /a.ɣoˈʝe.as/
τυπογραφικός συλλαβισμός: αγωγέας

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

αγωγέας αρσενικό ή θηλυκό

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]