αγωγέας
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο/η | αγωγέας | οι | αγωγείς |
| γενική | του του/της |
αγωγέα αγωγέως |
των | αγωγέων |
| αιτιατική | τον/την | αγωγέα | τους/τις | αγωγείς |
| κλητική | αγωγέα | αγωγείς | ||
| Ο πρώτος τύπος της γενικής ενικού, μόνο για το αρσενικό. Ο δεύτερος τύπος, και για τα δύο γένη, είναι λόγιος. | ||||
| Κατηγορία όπως «συγγραφέας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αγωγέας < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀγωγεύς + -έας.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /a.ɣoˈʝe.as/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : α‐γω‐γέ‐ας
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]αγωγέας αρσενικό ή θηλυκό
- (παρωχημένο, επάγγελμα) οδηγός, αγωγιάτης, καραγωγέας
- ※ 1885 Σπυρίδων Παγανέλης, Στὴ Νεμέα μὲ τοὺς ταξιδιώτες. Περιδιαβάσεις, ἀναπολήσεις, συναντήσεις γύρω ἀπὸ τὸ ἄρωμα τῶν ἀμπελιῶν «Νεμέα Διὸς καὶ Διονύσου Χώρα Ἐρατεινή», εκδ. του Φοίνικα, Αθήνα, 2011, σελ. 148
- Ὁ ἀγαθός μου ἀγωγέας, Μπάρμπα Ἀναστάσης … ὅταν ἐφθάσαμε εἰς τὸ πρῶτο χάνι τοῦ ἐπαρήγγειλα ποτήριον οἴνου
- ※ 1885 Σπυρίδων Παγανέλης, Στὴ Νεμέα μὲ τοὺς ταξιδιώτες. Περιδιαβάσεις, ἀναπολήσεις, συναντήσεις γύρω ἀπὸ τὸ ἄρωμα τῶν ἀμπελιῶν «Νεμέα Διὸς καὶ Διονύσου Χώρα Ἐρατεινή», εκδ. του Φοίνικα, Αθήνα, 2011, σελ. 148
Σύνθετα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] αγωγέας
|
|
Αναφορές
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'συγγραφέας' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά κοινού γένους (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -έας (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Παρωχημένοι όροι (νέα ελληνικά)
- Επαγγέλματα (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα 19ου αιώνα (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)