Μετάβαση στο περιεχόμενο

καραγωγέας

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο καραγωγέας οι καραγωγείς
      γενική του καραγωγέα των καραγωγέων
    αιτιατική τον καραγωγέα τους καραγωγείς
     κλητική καραγωγέα καραγωγείς
Κατηγορία όπως «αμφορέας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
καραγωγέας < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα καραγωγεύς + -έας. Συγχρονικά αναλύεται σε κάρ(ο) + αγωγέας[1].

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ka.ɾa.ɣoˈʝe.as/
τυπογραφικός συλλαβισμός: καραγωγέας

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

καραγωγέας αρσενικό (παρωχημένο, επάγγελμα)

  1. οδηγός κάρου
  2. αμαξάς
  3. (λόγιο) φορτηγατζής

Συγγενικά

[επεξεργασία]

 δείτε κάρο και άγω

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]