καραγωγέας
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- καραγωγέας < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα καραγωγεύς + -έας. Συγχρονικά αναλύεται σε κάρ(ο) + αγωγέας[1].
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ka.ɾa.ɣoˈʝe.as/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : κα‐ρα‐γω‐γέ‐ας
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]καραγωγέας αρσενικό (παρωχημένο, επάγγελμα)
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] καραγωγέας
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ καραγωγέας - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'αμφορέας' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από την καθαρεύουσα (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την καθαρεύουσα (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -έας (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Παρωχημένοι όροι (νέα ελληνικά)
- Επαγγέλματα (νέα ελληνικά)
- Λόγιοι όροι (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)