φορτηγατζής

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φορτηγατζής φορτηγατζήδες
γενική φορτηγατζή φορτηγατζήδων
αιτιατική φορτηγατζή φορτηγατζήδες
κλητική φορτηγατζή φορτηγατζήδες
φορτηγατζής < φορτηγό (αυτοκίνητο) + -ατζής

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φορτηγατζής αρσενικό (θηλυκό φορτηγατζού)

  1. ιδιοκτήτης, κάτοχος φορτηγού
  2. o κάτοχος άδειας οδήγησης φορτηγών αυτοκινήτων

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]