άδεια οδήγησης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική άδεια οδήγησης άδειες οδήγησης
γενική άδειας οδήγησης αδειών οδήγησης
αιτιατική άδεια οδήγησης άδειες οδήγησης
κλητική

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

άδεια οδήγησηςδείτε τις λέξεις: άδεια και οδήγηση

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈa.ði.a ɔ.ˈði.ʝi.sis/ και /ˈa.ðʝa ɔ.ˈði.ʝi.sis/

Open book 01.svg Πολυλεκτικός όρος[επεξεργασία]

άδεια οδήγησης θηλυκό, πληθ.: άδειες οδήγησης

  1. επίσημο έγγραφο που δίνει την άδεια στον κάτοχό του να οδηγεί τροχοφόρα οχήματα συγκεκριμένου τύπου
    η Διεύθυνση Εγγείων Βελτιώσεων της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Άρτας είναι αρμόδια για την έκδοση άδειας οδήγησης γεωργικού ελκυστήρα (τρακτέρ) και άλλων γεωργικών μηχανημάτων

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]