αεροπόνος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αεροπόνος αεροπόνοι
γενική αεροπόνου αεροπόνων
αιτιατική αεροπόνο αεροπόνους
κλητική αεροπόνε αεροπόνοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αεροπόνος < αερο- + -πόνος ((σημασιολογικό δάνειο) (αγγλικά) aeroponics)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αεροπόνος αρσενικό ή θηλυκό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]