αεροφράκτης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο αεροφράκτης οι αεροφράκτες
      γενική του αεροφράκτη των αεροφρακτών
    αιτιατική τον αεροφράκτη τους αεροφράκτες
     κλητική αεροφράκτη αεροφράκτες
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αεροφράκτης < αερο- + φράκτης

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αεροφράκτης αρσενικό

Μεταφράσεις[επεξεργασία]